ἑνδεκαγράμματος

ἑνδεκα-γράμμᾰτος, ον,
A of eleven letters, πούς prob. in Ath.10.455b.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑνδεκαγράμματος — of eleven letters masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενδεκαγράμματος — η, ο (Α ἑνδεκαγράμματος, ον) αυτός που αποτελείται από ένδεκα γράμματα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.